ἀργιλιπής

ἀργιλιπής
Grammatical information: adj.
Meaning: (Archil. 160; context unclear); ἀργίλιπες pl. (Nic. Th. 213, of ἔχιδναι, acc. to scholl. = ἔκλευκοι, `quite white', but s. on the meaning Frisk III s.v.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: To ἀργι- in ἀργι-κέραυνος etc. s. ἀργός. DELG connects the second member with λιπ- `fat' comparing ἀργέτι δημῳ̃.
Page in Frisk: 1,131-132

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αργιλιπής — ἀργιλιπής, ές και ἀργίλιψ ( ιπος), ο (Α) ο λευκός (αποδίδεται σε φίδια). [ΕΤΥΜΟΛ. < αργι * + λίπα (πρβλ. λίπος) τ. που απαντά συνηθέστερα με επιρρ. σημασία κυρίως στη φρ. λίπ ἐλαίῳ «σε αφθονία ελαίου», αλλά και σπάνια ως ουσ.] …   Dictionary of Greek

  • ἀργιλιπής — white. masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αργι- — με τη μορφή αργι εμφανίζεται ως α συνθετικό αρχαίων σύνθετων λέξεων το ομηρ. επίθετο αργός* (Ι), κυρίως με τη σημασία «στιλπνός, λαμπρός» (πρβλ. αργικέραυνος) αλλά και με τη σημασία «ταχύς, γρήγορος» (πρβλ. αργίπους). Εντύπωση στη σύνθεση… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.